Woman in the Dunes Introduction

Introduction by Theo Panayides of "Woman in the Dunes" screening on the 16th of March 2025

Theo Panayides is a journalist, film critic and director

We open on a single grain of sand – then dozens, and thousands, and millions more. 

Hiroshi Teshigahara’s Woman in the Dunes might be described as a story of the war between two communities. One is a village built around deep sandpits in rural Japan (the film was shot in the Tottori Sand Dunes region), forever trying to shovel out sand. The other is the ‘community’ of sand grains, forever trying to bury and devour it.

Into this battle is thrust an outsider, teacher and entomologist Jumpei Niki (Eiji Okada), lured into a pit by the villagers and trapped into staying there indefinitely, living with a nameless woman (Kyoko Kishida) and helping in her daily struggle against the sand. He’s a scientist, a scholar, a city man. He thinks the village should deal with the sand “scientifically”. He also tells the woman to stand up for her rights – that she’s being exploited, forced to shovel never-ending sand in exchange for food and water. 

Niki stands for modern individualism – but the two communities are supremely collectivist. One grain of sand is nothing, but put them all together and they’ll conquer the world; entire cities have been buried “under particles an eighth of a millimeter wide,” marvels Niki. The village, too, works collectively. If she stopped shovelling then her house would be buried, then the house next door would be in danger, says the woman. She has to keep going, for the good of the community. The film mixes fantasy – nothing about it is realistic – with political allegory; shades of Teshigahara’s Pitfall (1962), which mixed the supernatural with the politics of Japanese workers’ unions.

Sand seeps in everywhere – in the food, in your clothes when you sleep. (Better to sleep naked, says the woman.) Sand is soft and yielding, easy to dismiss, hard to escape. It sucks you in. Life in the pit with the soft, gentle woman is also easy to dismiss – “I know it’s not as much fun as Tokyo!” she admits, as if talking about life on the farm; the film has a sense of humour – yet it sucks you in too. Its Sisyphean struggle is at least predictable. 

Meanwhile, the outside world recedes; Niki thinks his friends in Tokyo will come looking for him, but they never do. Was that world really any better? The sand, it turns out, is actually sold to the government – another layer of exploitation – even though it’s unsuitable for construction, but the system is corrupt and buys it anyway. At least the life of the village is pure, in its animalistic way, a non-life made up only of sex and struggle.    

Brushing sand off another’s body is a sensual act. Niki and the woman do make love – but the sex scene offers no relief, with eerie stretched-out chords screaming and creaking on the soundtrack (Toru Takemitsu’s score is remarkable), tangles of arms and legs and a cut to a river of sand slugging down a dune, as strange and remote in the half-light as an earthquake on Mars. Woman in the Dunes is not an easy film. Teshigahara (who was Oscar-nominated) gives it haunting, intensely physical images, a claustrophobic feel and a bleak worldview. Nothing in the film really goes as you’d expect it to. Is it also, in its cold way, romantic? Where does Stockholm Syndrome end, and love begin? Love is strange.  

Theo Panayides, for STYX Film Encounters, 16/3/2025

————————-

FURTHER VIEWING:

Pitfall and The Face of Another (1966), also by Teshigahara, writer Kobo Abe and Takemitsu 

The Ballad of Narayama (Shohei Imamura, 1983), also on animalistic village life

Ξεκινάμε με έναν μόνο κόκκο άμμου – έπειτα δεκάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια ακόμα.

Η ταινία Γυναίκα στους Αμμόλοφους του Hiroshi Teshigahara θα μπορούσε να περιγραφεί ως η ιστορία του πολέμου μεταξύ δύο κοινοτήτων. Η μία είναι ένα χωριό χτισμένο γύρω από βαθιές αμμοπαγίδες στην ύπαιθρο της Ιαπωνίας (η ταινία γυρίστηκε στην περιοχή των Αμμόλοφων Tottori), που προσπαθεί αδιάκοπα να απομακρύνει την άμμο. Η άλλη είναι η «κοινότητα» των κόκκων της άμμου, που προσπαθεί ασταμάτητα να τους καταπιεί και να τους θάψει.

Σε αυτή τη μάχη ρίχνεται ένας ξένος, ο δάσκαλος και εντομολόγος Jumpei Niki (Eiji Okada), ο οποίος παγιδεύεται σε έναν λάκκο από τους χωρικούς και αναγκάζεται να μείνει εκεί επ’ αόριστον, ζώντας με μια ανώνυμη γυναίκα (Kyoko Kishida) και βοηθώντας την στον καθημερινό της αγώνα ενάντια στην άμμο. Είναι επιστήμονας, λόγιος, άνθρωπος της πόλης. Πιστεύει πως το χωριό θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την άμμο «επιστημονικά». Της λέει επίσης πως πρέπει να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της – ότι την εκμεταλλεύονται, την αναγκάζουν να φτυαρίζει ατελείωτη άμμο με αντάλλαγμα το φαγητό και το νερό.

Ο Niki συμβολίζει τον μοντέρνο ατομικισμό – αλλά και οι δύο κοινότητες είναι απόλυτα συλλογικές. Ένας κόκκος άμμου δεν είναι τίποτα, αλλά όλοι μαζί μπορούν να κατακτήσουν τον κόσμο· ολόκληρες πόλεις έχουν θαφτεί «κάτω από σωματίδια πάχους μόλις ενός όγδοου του χιλιοστού», παρατηρεί με δέος ο Niki. Και το χωριό λειτουργεί συλλογικά. Αν σταματήσει να φτυαρίζει, το σπίτι της θα θαφτεί, κι έπειτα το διπλανό σπίτι θα βρεθεί σε κίνδυνο, λέει η γυναίκα. Πρέπει να συνεχίσει, για το καλό της κοινότητας. Η ταινία αναμειγνύει τη φαντασία – τίποτα σε 

αυτήν δεν είναι ρεαλιστικό – με την πολιτική αλληγορία· υπάρχουν στοιχεία από το Pitfall (1962) του Teshigahara, που συνδύαζε το μεταφυσικό με την πολιτική των ιαπωνικών εργατικών σωματείων.

Η άμμος διεισδύει παντού – στο φαγητό, στα ρούχα σου όταν κοιμάσαι. (Καλύτερα να κοιμάσαι γυμνός, λέει η γυναίκα.) Είναι μαλακή και υποχωρητική, εύκολο να την αγνοήσεις, δύσκολο να ξεφύγεις. Σε ρουφάει. Η ζωή στο λάκκο με τη γλυκιά γυναίκα είναι επίσης εύκολο να αγνοηθεί – «Ξέρω πως δεν είναι τόσο διασκεδαστική όσο το Τόκιο!» παραδέχεται η ίδια, σαν να μιλάει για τη ζωή στην ύπαιθρο· η ταινία διαθέτει χιούμορ – κι όμως, κι αυτή σε ρουφάει. Ο σισύφειος αγώνας τουλάχιστον προσφέρει μια αίσθηση προβλεψιμότητας. 

Στο μεταξύ, ο έξω κόσμος ξεθωριάζει· ο Niki πιστεύει πως οι φίλοι του στο Τόκιο θα τον αναζητήσουν, αλλά δεν το κάνουν ποτέ. Ήταν πράγματι καλύτερος αυτός ο κόσμος; Τελικά μαθαίνουμει ότι η άμμος πωλείται στην κυβέρνηση – ακόμα ένα επίπεδο εκμετάλλευσης – παρόλο που είναι ακατάλληλη για κατασκευές, αλλά το σύστημα είναι διεφθαρμένο και την αγοράζει ούτως ή άλλως. Τουλάχιστον η ζωή στο χωριό είναι αγνή, με τον πρωτόγονο τρόπο της, μια μη-ζωή φτιαγμένη μόνο από σεξ και αγώνα.

Το σκούπισμα της άμμου από το σώμα κάποιου άλλου είναι μια αισθησιακή πράξη. Ο Niki και η γυναίκα κάνουν έρωτα – αλλά η ερωτική σκηνή δεν προσφέρει καμία ανακούφιση, με απόκοσμα, τεντωμένα ακόρντα να ουρλιάζουν και να τρίζουν στη μουσική επένδυση (η μουσική του Toru Takemitsu είναι αξιοσημείωτη), μπλεγμένα άκρα και μια απότομη μετάβαση σε έναν ποταμό άμμου που ρέει αργά κάτω από έναν αμμόλοφο, τόσο αλλόκοτος και απόμακρος στο μισοσκόταδο όσο ένας σεισμός στον Άρη.

Η Γυναίκα στους Αμμόλοφους δεν είναι μια εύκολη ταινία. Ο Teshigahara (που προτάθηκε για Όσκαρ) της προσδίδει στοιχειωτικές, έντονα φυσικές εικόνες, μια κλειστοφοβική αίσθηση και μια ζοφερή κοσμοθεωρία. Τίποτα στην ταινία δεν εξελίσσεται όπως θα περίμενες. Είναι επίσης, με τον ψυχρό της τρόπο, ρομαντική; Πού τελειώνει το Σύνδρομο της Στοκχόλμης και πού αρχίζει η αγάπη; Η αγάπη είναι παράξενη.

Θήο Παναγίδης, για το Styx Film Encounters, 16/3/2025

(μετάφραση: Χριστίνα Πάρη)


ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΡΟΒΟΛΕΣ:

  • Pitfall και Το Πρόσωπο του Άλλου (1966), επίσης από τους Teshigahara, τον σεναριογράφο Kobo Abe, και Takemitsu

  • Ο Θρήνος της Ορεινής Γιαγιάς (The Ballad of Narayama, Shohei Imamura, 1983), επίσης για τη ζωώδη ζωή ενός χωριού.

Scroll to Top

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading